Συνηθίσαμε πια …

Press Francés & Espagnol to go down.

Συνηθίσαμε πια...Estamos acostumbrados ya…On est déjà habitués…

NEW SAFE WORLD

Συνηθίσαμε πια…

Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι τα πράγματα συμβαίνουν έτσι από μόνα τους.
Συνηθίσαμε πια την άνιση οργάνωση του κόσμου που εξευτελίζει την ανθρώπινη ζωή και ανήκει στην αιώνια τάξη των ισχυρών.
Συνηθίσαμε πια ότι η αδικία είναι ένα πεπρωμένο που είμαστε υποχρεωμένοι ή να το δεχτούμε ή να το αποδεχτούμε.
Συνηθίσαμε πια να ακούμε τους ισχυρούς του πλανήτη να μας λένε ότι η αδικία είναι φυσικός νόμος.
Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι οι κατώτεροι οφείλουν αιώνια υπακοή στους ανώτερους τους, οι γυναίκες οφείλουν απόλυτη υπακοή στους άνδρες, οι γεννημένοι κατώτεροι γεννήθηκαν για να υπηρετούν τους γεννημένους ανώτερους.

Συνηθίσαμε πια να σκύβουμε το κεφάλι στις διαταγές των αφεντικών αποδεχόμενοι να δουλεύουμε όποτε αυτά θέλουν, με ότι αντίτιμο αυτά θέλουν, να μας πετάνε στον δρόμο όποτε αυτά θέλουν, χωρίς να διαμαρτυρόμαστε, να αντιστεκόμαστε, να έχουμε αντιρρήσεις, να θέλουμε μόνο ότι αυτά θέλουν.
Συνηθίσαμε πια να θεωρούμε ότι οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή έτσι το θέλησε η μοίρα τους, ότι είναι ανίκανοι να είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι, γιατί είναι γεννημένοι να χάνουν και αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη κατάσταση τους.
Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι η διάσωση του περιβάλλοντος μπορεί να προέλθει μόνο από τις πολυεθνικές εταιρίες μέσω των εμπορικών επενδύσεων τους που καταληστεύουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της γης, την εμπορική εκμετάλλευση του νερού, του αέρα, της τροφής και όποιος δεν έχει να τα αγοράσει να αντιμετωπίζεται σαν στατιστικό περισσευούμενο πλεόνασμα που πρέπει να οδηγηθεί στην οργανική ανακύκλωση παραγωγής εδαφικού λιπάσματος.
Συνηθίσαμε πια να ζούμε συνεχώς με αυταπάτες ότι κάθε νόμος είναι σωστός επειδή είναι απλά και μόνο νόμος.
Συνηθίσαμε πια το κράτος της πανοπτικής επιτήρησης να μας ζητά υποχρεωτικά να γίνουμε οι ρουφιάνοι του καρφώνοντας όποιον αντιστέκεται και πολεμά την εξαθλίωση που μας επιβάλει.

Συνηθίσαμε πια να βλέπουμε χωρίς να μιλάμε τα σκυλιά της δημοκρατίας τους, να ξεσκίζουν τις σάρκες και τις ψυχές όσων αγωνίζονται, να στοιβάζουν ανθρώπινα κορμιά στις φυλακές-αποθήκες της, να εξοντώνουν κάθε απόπειρα αντίστασης μέσα από νόμους, βασανιστήρια και διαφόρων ειδών κρατικούς δολοφόνους, δικαστές και αστυνόμους.
Συνηθίσαμε πια να ασφυκτιούμε από τα χρέη και τα δάνεια ώστε να μην χάσουμε, το αυτοκίνητο μας, το εξοχικό μας, το κινητό μας, τις διακοπές σε “in” μέρη, τα αντικείμενα μας, όλα αυτά που θεωρούμε ότι αν δεν τα έχουμε ή δεν τα κάνουμε δεν υπάρχουμε.
Συνηθίσαμε πια να μας προστάζουν μέσα από τη διαφήμιση να καταναλώνουμε ότι δεν έχουμε τη δυνατότητα να αποκτήσουμε γιατί αυτό είναι το “πραγματικό νόημα της ζωής”.

Συνηθίσαμε πια να μας έχουν δεμένους με μία αλυσίδα όπου η άκρη της καταλήγει στο πόδι του τραπεζιού της τηλεόρασης και να αποδεχόμαστε ότι είναι φυσικότατο να ζούμε μια ζωή φυλακισμένοι σε τέσσερις τοίχους με μοναδικό παράθυρο την οθόνη της υποχρεωμένοι μόνο να ακούμε ένα κουτί που έχει μόνο φωνή και καθόλου αυτιά.
Συνηθίσαμε πια τη τρομοκρατία της μιντιακής κυριαρχίας η οποία διατάζει ότι ο μόνος τρόπος για να “σωθεί η χώρα” είναι η πλήρης και πειθαρχημένη ανέχεια των κατώτερων τάξεων της.
Συνηθίσαμε πια τις αυτοκτονίες συνανθρώπων μας που προτιμούν την έξοδο από τη ζωή παρά τον αργό θάνατο της ανέχειας.
Συνηθίσαμε πια τις διαπομπεύσεις από τους μιντιακούς διαύλους, εξαθλιωμένων τοξικομανών-ιερόδουλων που πουλάνε σε “καθωσπρέπει πολίτες-θύματα” το ζωντανο-νεκρό σώμα τους για λίγο ψεύτικο όνειρο σε ενέσιμη μορφή.

Συνηθίσαμε πια να ακούμε την αυτοκρατορία του χρήματος να διακηρύσσει ότι η καταδυνάστευση και η κατοχή μιας αδύναμης χώρας και η μαζική δολοφονία του λαού της από μια άλλη δυνατή, είναι “ανθρώπινη αρετή”, “αποκατάσταση της ελευθερίας”, “διάσωση της δημοκρατίας”, αλλά όταν ένας πεινασμένος κακομοίρης πρόσφυγας που αυτή δημιούργησε ψάχνει για λίγο φαγητό και αναγκάζεται να κλέψει είναι ένα κτήνος που δεν σέβεται την ανθρώπινη ζωή και τον τόπο που τον “φιλοξενεί”.

Συνηθίσαμε πια να θεωρούμε ηθικό και δίκαιο ότι οι χώρες που “διαφυλάττουν τη παγκόσμια ειρήνη” είναι μόνο αυτές που κατασκευάζουν και πουλούν τα περισσότερα όπλα, εισβάλουν σε άλλες χώρες κατακρεουργώντας τον φτωχό πληθυσμό τους.
Συνηθίσαμε πια σαν μοναδικό δεδομένο ότι η αιτία του ρατσισμού και της φαλλοκρατίας είναι η γενετική κληρονομιά και ότι δεν ευθύνεται η ιστορία που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα οι φτωχοί, αλλά η βιολογία.
Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι οι καραβιές των προσφύγων, των κυνηγημένων, των πεινασμένων μεταναστών από την Αφρική και την Ασία έχουν στη φύση τους τη βία, το έγκλημα, το κακό που είναι ενταγμένα βιολογικά στο αίμα τους και στη θρησκευτική τους πίστη.
Συνηθίσαμε πια να είμαστε σίγουροι ότι οι φτωχοί κουβαλάνε το πεπρωμένο τους μέσα στο αίμα τους, γιατί όταν τα χρωμοσώματα της κατωτερότητας αναμειγνύονται με τον κακό σπόρο του εγκλήματος έχουμε τη τηλεοπτική “διαπίστωση” ότι όσο πιο σκούρο δέρμα έχει ένας φτωχός τόσο πιο επικίνδυνος βάρβαρος και απάνθρωπος είναι.
Συνηθίσαμε πια να θεωρούμε σωστό ότι οι έμποροι των εθνών, οι πολιτικοί, οι τραπεζίτες, οι κυρίαρχοι γης νερού και αέρα, που ζουν στις ισχυρές χώρες έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν στις υπόλοιπες χώρες στρατιωτικές ή κοινοβουλευτικές δικτατορίες και κυβερνήσεις ανδρείκελα. Ότι μπορούν να τους υπαγορεύουν την οικονομική και κάθε άλλη πολιτική τους, να τις διατάζουν να αποδέχονται χωρίς αντιρρήσεις καταστροφικές συναλλαγές και τοκογλυφικά δάνεια, τρόπους διαβίωσης του ανθρώπινου υποκειμένου τους, πότε θα αναπνέει και πότε πρέπει να πεθάνει.

Συνηθίσαμε πια να υποτιμάμε τη ζωή και να μας απαγορεύουν να θυμόμαστε.
Συνηθίσαμε πια η μοναδική μας μνήμη να είναι αποκλειστικά η μνήμη της εξουσίας των λίγων. Αυτή που μας κάνει να μη θυμόμαστε ότι ο πλούτος των λίγων ευθύνεται για τη φτώχεια των πολλών. Αυτή που μα λέει ότι αυτό το αταίριαστο ζευγάρι συζεί αρμονικά από τα βάθη των αιώνων και ότι ήταν πάντα έτσι γιατί “αυτό είναι το θέλημα του Θεού”.
Συνηθίσαμε πια να ξεχνάμε ότι οι επιχειρήσεις με τα μεγαλύτερα κέρδη στον πλανήτη είναι εκείνες που δολοφονούν τον περισσότερο κόσμο στον πλανήτη, αποφασίζουν για την τύχη του και έχουν τα μεγαλύτερα οφέλη από την εξολόθρευση του.

Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι η “ελεύθερη αγορά” είναι η μοναδική πηγή ευημερίας, η μοναδική εγγύηση της δημοκρατίας και να ξεχνάμε ότι όπου σηκώθηκε η σημαία του “ελεύθερου εμπορίου” αυτή υποχρέωνε τους υπηκόους να παράγουν και να καταναλώνουν μόνο τα δικά του εμπορεύματα, να υποτάσσονται στους δικούς του νόμους. Στο “όνομα της ελευθερίας” του, που αναπόφευκτα περνά από τη σκλαβιά των υπηρετών του.

Συνηθίσαμε πια να ονομάζουμε “αναπτυσσόμενες” τις φτωχές χώρες που τις έχει συνθλίψει η ξένη ανάπτυξη των ισχυρών χωρών και οι πολυεθνικές εταιρίες. Αυτές που μονοπωλούν και καταληστεύουν τον πλούτο των “υπό ανάπτυξη”, την επιστημονική γνώση, τη τροφή, την τεχνολογία, πουλώντας τους πανάκριβα, μολυσμένη μεταλλαγμένη τροφή, πολιτισμό του απόλυτου κενού της σκέψης, πανάκριβα οπλικά συστήματα που θα τις “προστατεύσουν” από ανύπαρκτους εχθρούς.

Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι η ανάθεση συνολικά της ζωής μας στα χέρια των επαγγελματιών της πολιτικής και των κομματικών “ειδικών” ψηφίζοντας τους είναι το μοναδικό μοντέλο που διαφυλάττει την κοινωνική ευμάρεια και ειρήνη.
Συνηθίσαμε πια να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανώριμους και ανήμπορους να συνδιαχειριζόμαστε ισότιμα και συλλογικά τη ζωής μας.
Συνηθίσαμε πια να πιστεύουμε ότι είναι αδιανόητος ένας κόσμος χωρίς οι λίγοι να κανοναρχούν και να εξουσιάζουν τους πολλούς.

Συνηθίσαμε πια να μας λένε “πήδηξε τώρα” και να απαντούμε “πόσο ψηλά;”
Συνηθίσαμε πια να μας ρωτούν “τι ώρα είναι;” και να απαντούμε “ότι ώρα διατάξετε”.
Συνηθίσαμε πια να συνηθίζουμε σε κάθε απαίτηση που μας υποχρεώνουν να συνηθίσουμε.

Δεν συνηθίσαμε ποτέ να θυμόμαστε ότι αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας.

Ευάγριος Αληθινός

* το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 19 (καλοκαίρι 2012) της παγκρήτιας εφημερίδας δρόμου Άπατρις

 

Espagnol

Estamos acostumbrados ya…

Estamos acostumbrados ya a creer que las cosas se ocurren así, sin ninguna intervención humana. Estamos acostumbrados ya a la organización desigual del mundo, que ridiculiza la vida humana y forma parte de la clase eterna de los poderosos. Estamos acostumbrados ya a la idea que la injusticia es un destino que estamos obligados a aceptar o no. Estamos acostumbrados ya a escuchar a los poderosos del planeta que dicen que la injusticia es una ley natural. Estamos acostumbrados ya a creer que los inferiores les deben una obediencia eterna a los superiores, que las mujeres les deben una obediencia absoluta a los hombres, que los que nacieron inferiores fueron nacidos para servir a los que fueron nacidos superiores.

Estamos acostumbrados ya a bajar la cabeza a las ordenes de los patrones y trabajamos cuando ellos quieran cobrando lo que ellos quieran, nos despiden cuando ellos quieran y nosotros no protestamos, no llevamos la contraria, queremos lo que ellos quieran. Estamos acostumbrados ya a creer que los pobres son pobres porque así lo quiere su destino, que no pueden ser algo más, porque fueron nacidos para perder y son absolutamente responsables de su situación. Estamos acostumbrados ya a creer que sólo las compañías multinacionales pueden preservar el medio ambiente a través de sus inversiones comerciales que despojan los recursos naturales de la tierra, a través de la explotación comercial del agua, del aire, de los alimentos y él que no los puede comprar se considera como un excedente estadístico de sobra y tiene que llevarse al reciclaje orgánico de producción de fertilizante de tierra. Estamos acostumbrados ya a vivir todo el tiempo con ilusiones creyendo que cada ley es correcta, sólo porque, simplemente, es una ley. Estamos acostumbrados ya a la exigencia obligatoria del estado de la vigilancia omnipresente que nos quiere convertir en chivatos que delatan a quien se resista y luche contra la indigencia que nos impone.

Estamos acostumbrados ya a ver sin hablar a los perros de su democracia a desgarrar la carne y el alma de los que están luchando, a amontonar los cuerpos humanos en sus cárceles-trasteros, a aniquilar cada intento de resistencia a través de leyes, torturas y cada tipo de asesinos del estado, de jueces y de policías. Estamos acostumbrados ya a estar sofocados por las deudas y los préstamos, por no perder nuestro coche, nuestra casa de campaña, nuestro móvil, nuestras vacaciones en sitios de moda, nuestros objetos, todo lo que creemos que si no lo tenemos o no lo podemos hacer, no existimos. Estamos acostumbrados ya a las órdenes a través de los anuncios, para consumir todo lo que no podemos tener, porque éste es ¨el sentido real de la vida¨.

Estamos acostumbrados ya a estar atados con una cadena que su extremo llega a la pata de la mesa de la tele y a aceptar la normalidad de una vida que nos quiere encarcelados dentro de cuatro paredes, donde su pantalla es la única ventana y estamos obligados a prestar oídos a una caja que tiene sólo voz y nada de oídos. Estamos acostumbrados ya al terrorismo de la dominación de los medios de comunicación, según los que, la única manera ¨para rescatar el país¨ es la indigencia disciplinada y completa de sus clases inferiores. Estamos acostumbrados ya a los suicidios de nuestros prójimos, que prefieren la salida de la vida que la muerte lenta de la indigencia. Estamos acostumbrados ya a la humillación, por los medios de comunicación, de prostitutas toxicómanas y miserables, que venden a los ¨íntegros ciudadanos-víctimas¨ su cuerpo moribundo por un poco del sueño falso en forma de inyección.

Estamos acostumbrados ya a las declaraciones del imperio del dinero, según las que, la opresión y la posesión de un país débil y el asesinato masivo de su población por otro, más fuerte, es una ¨virtud humana¨, ¨restauración de la democracia¨, pero cuando un refugiado indigente, que él mismo ha creado, busca comida y se obliga a robar, es una bestia que no respeta la vida humana ni el país que le ¨está hospedando¨.

Estamos acostumbrados ya a considerar como moral y justo el hecho de que los países que ¨preservan la paz universal¨ fabrican y venden la mayoría de las armas, invaden a otros países aniquilando a su pobre población. Estamos acostumbrados ya a considerar como hecho único que el motivo del racismo y de la falocracia es la herencia genética y que la indigencia de esta gente no se debe a la historia, sino a la biología. Estamos acostumbrados ya a la convicción que los barcos con los refugiados, con los perseguidos, con los emigrantes miserables de África y de Asia llevan la violencia, el crimen, todos los malos, que existen biológicamente en su sangre y en su fe religiosa, de forma innata. Estamos acostumbrados ya a la certeza que dice que los pobres llevan su destino a su sangre, porque cuando los cromosomas de la inferioridad se mezclan con la mala semilla del crimen, llegamos a la ¨conclusión¨ televisiva que dice que cuanto más morena es la piel de un pobre, más peligrosamente bárbaro e inhumano él mismo es. Estamos acostumbrados ya a considerar correcto el hecho de que los comerciantes de las naciones, los políticos, los banqueros, los dominantes de la tierra, del agua y del aire, que viven en países poderosos, tienen el derecho de imponer a otros países dictaduras militares o parlamentarias y gobiernos de títeres. Que les pueden dictar su política económica, o de todo otro tipo, de ordenarlos a aceptar sin objeción operaciones destructivas y préstamos de usura, condiciones de vida, incluso el cuándo uno puede respirar o morirse.

Estamos acostumbrados ya a depreciar la vida y el hecho de que nos prohíben la memoria. Estamos acostumbrados ya a nuestra única memoria, que es, exclusivamente, la memoria del poder de los pocos. Ésta que nos hace olvidar que la riqueza de los pocos es responsable de la indigencia de la mayoría de la población. Ésta que nos dice que esta pareja, que no pega, coexiste armónicamente desde siempre y que siempre ha sido así, porque ¨así lo quiso Dios¨. Estamos acostumbrados ya a olvidar que los negocios con las ganancias más altas del planeta son éstos que asesinan a la mayoría de la población del planeta, toman decisiones sobre su destino y sacan de su exterminio beneficios altos.

Estamos acostumbrados ya a creer que el ¨mercado libre¨ es la única fuente de la prosperidad, la única garantía de la democracia y a olvidar que adonde se levantara la bandera del ¨comercio libre¨, ésta misma obligó a los súbditos a producir y a consumir sólo sus propios productos, a someterse a sus propias leyes. En el ¨nombre de su libertad¨, que de forma inevitable pasa por la esclavitud de sus servidores.

Estamos acostumbrados ya a llamar a los pobres países ¨países en vía de desarrollo¨, aplastados por el desarrollo de otros países poderosos y por las compañías multinacionales. Éstas que monopolizan y despojan los recursos de los países ¨en vía de desarrollo¨, su conocimiento científico, los alimentos, la tecnología y les venden en precios muy altos alimentos contaminados y adulterados, la civilización y el pensamiento del vacío absoluto, arsenales carísimos que los van a ¨proteger¨ de enemigos inexistentes.

Estamos acostumbrados ya a creer que el encargo total de nuestra vida en las manos de los profesionales de la política y de los ¨especialistas¨ de los partidos a través del voto es la única forma de preservar el bienestar social y la paz. Estamos acostumbrados ya a creer que nosotros somos inmaduros e incapaces a gestionar de forma igual y colectiva nuestras vidas. Estamos acostumbrados ya a creer que es inconcebible un mundo donde los pocos no dictan ni mandan a la mayoría de la población.

Estamos acostumbrados ya a la orden ¨salta ahora¨ y a nuestra respuesta ¨cuánto de alto¨. Estamos acostumbrados ya a la pregunta ¨¿qué hora es?¨ y a nuestra respuesta ¨la hora que Ustedes quieran¨. Estamos acostumbrados ya a acostumbrarnos a cada exigencia que nos obligan a acostumbrar.

No nos hemos acostumbrado nunca a recordar que él que se hace esclavo del costumbre se muere poco a poco.

Ευάγριος Αληθινός

Traducción: Cristina

* Publicado en el número 19 (verano 2012) del diario cretense de la calle ¨Apatris¨.

 

Francés

On est déjà habitués…

On est déjà habitués à croire que les choses se produisent comme ça, sans aucune intervention humaine. On est déjà habitués à l’organisation inégale du monde, qui ridiculise la vie humaine et qui fait partie de la classe éternelle des puissants. On est déjà habitués à l’idée que l’injustice est un destin, qu´on est obligés d’accepter ou pas accepter. On est déjà habitués à écouter ce que les puissants de la planète disent, que l’injustice constitue une loi naturelle. On est déjà habitués à croire que les inférieurs doivent une obéissance éternelle aux supérieurs, que les femmes doivent une obéissance absolue aux hommes, que ceux qui sont nés inférieurs ont été nés pour servir ceux qui sont nés supérieurs.

On est déjà habitués à baisser la tête aux ordres des patrons et à travailler quand ils veulent en gagnant ce qu’ils veulent, ils nous renvoient quand ils veulent et nous, on ne proteste pas, on ne contredit pas, on veut ce qu’ils veulent. On est déjà habitués à croire que les pauvres sont pauvres parce que c’ est comme ça que leur déstin désire, qu´ils ne peuvent pas être rien de plus, parce qu’ ils sont nés pour perdre et parce qu´ils sont absolument responsables de leur situation. On est déjà habitués à croire que seulement les compagnies multinationales peuvent préserver l’environnement à travers de leurs investissements commerciaux, qui dépouillent les ressources naturelles de la terre, à travers de l’exploitation commerciale de l’eau, de l’air, des aliments et celui qui ne peut pas les acheter, il est considéré comme un excédent statistique et il doit être mené au recyclage organique de la production d’engrais. On est déja habitués à vivre tout le temps avec des illusions en croyant que chaque loi est juste, seulement parce qu’ elle constitue une loi. On est déjà habitués à l’exigence obligatoire de l’état de la surveillance omnipresente, qui veut nous transformer en délateurs qui dénoncent tous ceux qui résistent ou luttent contre l’indigence imposée.

On est déjà habitués à regarder sans parler les chiens de leur démocratie à déchirer la viande et l’âme de ceux qui luttent, à accumuler les corps humains dans leurs prisons-dépots, à anéantir toute tentative de résistance à travers des lois, des tortures et de tout type d’assassins de l’état, de juges et de policiers. On est déjà habitués à être suffoqués par les dettes et par les prêts, pour ne pas perdre notre voiture, notre maison de campagne, notre portable, nos vacances sur des lieux à la mode, nos objets, tout ce qu´on croit que si on ne l’a pas ou on ne peut pas réaliser, on n’existe pas. On est déjà habitués aux ordres des publicités, pour consommer tout ce qu´on ne peut pas avoir, parce que c´est ça ¨le sens réel de la vie¨.

On est déjà habitués à être attachés avec une chaîne, que son extrémité touche le pied de la table de la télé et à accepter la normalité d’une vie qui nous veut emprisonnés dans quatre parois, où un écran est la seule fenêtre et on est obligés de faire attention à une boîte, qui possède seulement de la voix et pas d´oreilles. On est déjà habitués au terrorisme de la domination des médias, selon lesquels, la seule manière ¨pour sauver le pays¨ se trouve dans l’indigence disciplinée et complète de ses classes inférieures. On est déjà habitués aux suicides de nos prochains, qui préfèrent la sortie de la vie au décès lent de l’indigence. On est déjà habitués à l’humiliation, par les médias, des prostitutes toxicomanes et misérables, qui vendent aux ¨ intègres citoyens-victimes¨ leurs corps moribonds pour un peu de rêve faux, sous forme d’injection.

On est déjà habitués aux déclarations de l’empire de l’argent, selon lesquelles, l’oppression et la possession d’un pays faible et l´ assassinat massif de sa population par un autre, plus fort, constitue une ¨vertu humaine¨, une ¨restauration de la démocratie¨, mais quand un réfugié indigent, que lui- même a créé, cherche de la nourriture et il est obligé de voler, il est consideré comme un monstre qui ne respecte pas la vie humaine ni le pays qui lui ¨donne l´ hospitalité¨.

On est déjà habitués à considérer juste et moral le fait que les pays qui ¨préservent la paix universelle¨ fabriquent et vendent la majorité des armes, ils envahissent d’ autres pays en exterminant leur pauvre population. On est déjà habitués à considérer comme un fait unique que le motif du racisme et de la falocracie est l’héritage génétique et que l’indigence de ces personnes n’est pas due à l’histoire, mais à la biologie. On est déjà habitués à la conviction que les bateaux des réfugiés, des poursuivis, des émigrants misérables d´Afrique et d´Asie portent la violence, le crime, tous les maux, qui existent biologiquement dans leur sang et dans leur foi religieuse d´une forme innée. On est déjà habitués à la certitude que les pauvres portent leur destin à leur sang, parce que quand les chromosomes de l’infériorité se mélangent avec la mauvaise semence du crime, on arrive à la ¨conclusion¨ télévisuelle qui dit que plus brune la peau du pauvre, plus dangereusement barbare et inhumain il est. On est déjà habitués à considérer juste le fait que les commerçants des nations, les politiciens, les banquiers, les dominants de la terre, de l’eau et de l’air, qui vivent dans des pays puissants, ont le droit d’imposer à d’autres pays des dictatures militaires ou parlementaires et des gouvernements de marionnettes. Qu´ils peuvent leur dicter leur politique économique, ou de tout autre type, les ordonner à accepter sans objection des opérations destructives et des prêts d’usure, des conditions de vie, même le moment où ils peuvent respirer ou mourir.

On est déjà habitués à déprécier la vie et le fait qu’ils nous interdisent la mémoire. On est déjà habitués à notre seule mémoire, qui est, exclusivement, la mémoire du pouvoir des peu. Celle qui nous fait oublier que la richesse des peu est responsable de l’indigence de la majorité de la population. Celle qui nous dit que cette couple, qui n´est pas convenable, coexiste harmonieusement depuis toujours et que c´était toujours comme ça, parce qu´il s´agit de ¨ volonté divine¨. On est déjà habitués à oublier que les affaires avec les profits les plus hauts de la planète sont celles qui assassinent la majorité de la population de la planète, qui prennent des décisions sur leur destin et qui tirent des hauts profits grâce à leur extermination.

On est déjà habitués à croire que le ¨marché libre¨ est la seule source de la prospérité, la seule garantie de la démocratie et à oublier qu’où qu´ on a levé le drapeau du ¨commerce libre¨, lui- même a obligé les sujets de produire et de consommer seulement ses produits, de se soumettre à ses propres lois . Au ¨nom de sa liberté¨, qui inévitablement passe par l’esclavage de ses serveurs.

On est déjà habitués à nommer les pays pauvres ¨pays en voie de développement¨, écrasés par le développement d’autres pays puissants et par les compagnies multinationales. Celles qui monopolisent et dépouillent les ressources des pays ¨en voie de développement¨, leur connaissance scientifique, leurs aliments, leur technologie et ils leur vendent trop cher des aliments contaminés et adultérés et encore la civilisation et la pensée du vide absolu, des arsenaux trop chers qui vont les ¨proteger¨ d’ennemis inexistants.

On est déjà habitués à croire que le contrôle total de notre vie se trouve entre les mains des professionnels de la politique et des ¨spécialistes¨ des partis, à travers du vote, qui constitue la seule forme de préserver le bien-être social et la paix. On est déjà habitués à croire qu´on n´est pas mûrs, mais incapables de gérer nos vies d´une manière égale et collective. On est déjà habitués à croire qu’un monde, où les peu ne dictent ni ordonnent la majorité de la population, est inconcevable.

On est déjà habitués à l’ordre ¨saute maintenant¨ et on répond ¨combien d´haut?¨. On est déjà habitués à la question ¨quelle heure est-il ? ¨ et on répond ¨ l´ heure que vous voulez¨. On est déjà habitués à s’habituer à chaque exigence qu´ils nous obligent à s’ habituer.

On n´est jamais habitués à se rappeler que celui qui devient esclave de l´ habitude meurt peu à peu.

Ευάγριος Αληθινός

Traducción: Cristina

* Publié au numéro 19 (été 2012) du journal crétois de rue ¨Apatris¨.

 

 

Πηγή: eagainst.com

 

Κοινή χρήση αυτής της σελίδας: Share

Εκτυπώστε τη σελίδα: print

Δημοσιεύτηκε στο analysis, autonomy, capitalism, messages, thoughts Με ετικέτα: , , , , , , , , , , , , , , ,